Αν ο Τζιμάκος είχε Wine Bar

Friday, 24 November, 2023

Στο κέντρο της παλιάς πόλης της Lille στον γαλλικό βορρά, βρίσκεται ένα bar au vin με το όνομα Les Frères Pinard ( οι αδερφοί Πιναρ), στους περισσότερους επισκέπτες της πόλης μπορεί να φαντάζει ένα τυχαίο όνομα. Όμως στους οινόφιλους και ταυτόχρονα γνώστες της γαλλικής αργκό και ιστορίας, το όνομα αυτό  προκαλεί έκπληξη για τον εξόφθαλμα προβοκατόρικο πυρήνα του.

Καθώς η λέξη Pinard δεν αποτελεί το επώνυμο των ιδιοκτητών του μαγαζιού - οι οποίοι ονομάζονται Geoffroy Abelé και Germain Magnaval και προφανώς δεν είναι αδέρφια - αντιθέτως στη γαλλική αργκό είναι συνώνυμο του φθηνού, κόκκινου κρασιού. Κοντολογίς η συζήτηση γίνεται για ένα winebar, που στην  ταμπέλα  του φέρει το κατώτερης ποιότητας γαλλικό κρασί του 20ου αιώνα.

Pinard

Επιχειρώντας μια σύντομη ιστορική αναζήτηση του όρου Pinard, η απαρχή του φαίνεται να βρίσκεται κάπου στο 1880 στην περιοχή του Λίγηρα. Με πολλούς να πιστεύουν ότι προέρχεται από παράφραση του Pinot Noir. Η εποχή όμως που το Pinard αποκτά θρυλικές διαστάσεις είναι κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε που οι Γάλλοι στρατιώτες στα χαρακώματα αγωνιούσαν για την άφιξη του φαγητού, της αλληλογραφίας τους και την ώρα που θα τους μοιράζονταν η ημερήσια μερίδα κρασιού που τους αναλογούσε.

Ο γαλλικός στρατός είχε καταλήξει στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ότι η μετριασμένη καθημερινή κατανάλωση κρασιού από τους στρατιώτες είχε σαφή πλεονεκτήματα, καθώς το κόκκινο κρασί “έβαζε φωτιά” στο αίμα των ανδρών και εμφυσούσε θάρρος στην καρδιά τους. Βάσει του στρατιωτικού κανονισμού οι Γάλλοι στρατιώτες είχαν μεγαλύτερα ποσοστά ευστοχίας όταν κατανάλωναν κρασί έναντι της μπίρας. Όπως επίσης ότι με το κρασί  εκτελούσαν τις πορείες τους πιο πρόθυμα και ανάλαφρα σε σχέση πάλι με την μπίρα.

Κατά την διάρκεια του πολέμου οι γάλλοι φαντάροι στο μέτωπο, είδαν την ημερήσια προμήθεια κρασιού να ξεκινάει από ¼ του λίτρου το φθινόπωρο του 1914, να αυξάνεται στο ½ λίτρο το 1916 και να σταθεροποιείται στα ¾ το 1918 μετά από τις αναταραχές στο γαλλικό στράτευμα. Ο Γαλλικός στρατός κατανάλωσε 1,2 δις λίτρα κρασιού το 1917 ενώ το 1918 1,5 δις. Σύμφωνα με τις στρατιωτικές οδηγίες το κρασί που έφτανε στο μέτωπο έπρεπε να είναι καθαρό, φυσικό, με καλή γεύση και 10-11% alc.

Για να καταφέρει το γαλλικό κράτος να προμηθευτεί κρασί για τις ανάγκες μόνο του μετώπου, γίνεται εύκολα κατανοητό ότι η αμπελοκαλλιέργεια της χώρας έπρεπε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Επιδιώκοντας μεγαλύτερες αποδόσεις σταφυλιών για την παραγωγή περισσότερου φθηνού κρασιού, ειδικά προς το τέλος του πολέμου που το γαλλικό κράτος είχε εξαντλήσει μεγάλο μέρος των αποθεμάτων προηγούμενων εσοδειών. Αυτό το μαζικής παραγωγής και κακής ποιότητας κόκκινο κρασί έμεινε στη γαλλική ιστορία γνωστό με το όνομα Pinard.

Ο Τζιμάκος

Επιστρέφοντας στη Lille και στο περίεργο - πιθανότατα περιπαικτικό - όνομα που διαθέτει το bar au vin, αντιλαμβάνεται κανείς την άνεση που νιώθει κάποιος Γάλλος επιχειρηματίας της εστίασης, να συνδέσει το όνομα της επιχείρησής του με το μελανότερο σημείο της ιστορίας του σύγχρονου γαλλικού κρασιού. Αν επιχειρούσε κανείς να μεταφέρει τη λογική του συγκεκριμένου εγχειρήματος στην Ελλάδα, τότε το αντίστοιχο μαγαζί πιθανότατα να ονομάζονταν «Οι αδερφοί Ξινόκρασοι». Εξίσου πιθανό θα ήταν να απαντηθούν στο όνομα της επιχείρησης λέξεις σαν τα «πρεζόκρασα», «κατρούτσος», «ξιδίας» ή και «γιοματάρι». Όλα τους συνδεδεμένα με την “κακή” εποχή του ελληνικού κρασιού ή με τη σύγχρονη νεανική αργκό.

Όμως στη χώρα που ο Τζιμάκος τραγουδούσε «θέλω να γίνω σαν Αμερικάνος, μ’ αρέσει στα κρυφά και ο Μητροπάνος», μία γρήγορη έρευνα θα αναδείξει ότι τα περισσότερα Wine Bar διαθέτουν αγγλικές ονομασίες, με την πλειονότητα τους να σχετίζονται μεν με το κρασί αλλά καμία από αυτές με σκωπτική διάθεση δε. Η επιλογή να μην συμπεριληφθούν τα εστιατόρια σε αυτό το σημείο έγκειται κυρίως στη θεωρητικά πιο “χαλαρή” προσέγγιση των Wine bars στο κρασί.

Εν τέλει το ζητούμενο δεν είναι να αποδοθεί κάποια κακή πρόθεση στα Wine bars αλλά να γίνει αντιληπτό ότι παρά τις προσπάθειες των τελευταίων δεκαετιών, οινικά η χώρα μας μάλλον παραμένει θεατής και θαυμαστής εκ του μακρόθεν του παλαιού  κόσμου.

Η απελπιστικά σταθερή αποστροφή του ελληνικού κρασιού στην οποιαδήποτε χιουμοριστική ή περιπαικτική παρεκτροπή, αγγίζει τα όρια της εμμονής. Θαρρώντας ότι σε αυτόν τον τόπο ο Διόνυσος ο θεός της σκανταλιάς – μεταξύ άλλων – και του κρασιού δεν λατρεύτηκε ποτέ του. Το μόνο σίγουρο είναι ότι χρειάζεται αρκετό κρασί ακόμα να κυλήσει στο αυλάκι, για να καταφέρει ο ελληνικός οινικός χώρος - τόσο οι επαγγελματίες όσο και οι καταναλωτές - να αποβάλλει το κόμπλεξ κατωτερότητας που αισθάνεται έναντι των αντίστοιχων δυτικών μας φίλων.

Κώστας Προβατάς Dip WSET