CharlesMartel – JeanMartell και το γαλλικό μπιλιάρδο της ιστορίας. Α' ΜΕΡΟΣ

Λένε ότι ένα καλής ποιότητας απόσταγμα μπορεί να ταξιδέψει τον καθένα. Κάπως έτσι θα περνούσαν τις κρύες νύχτες του βρετανικού χειμώνα οι Άγγλοι Gentlemen παρέα με ένα Martell Cordon Bleu στο ποτήρι τους, αναλύοντας τον τρόπο που ξεδιπλώνεται η ιστορία. Άπειρες τέτοιες συζητήσεις θα έγιναν στα gentlemens’ club πάνω από ένα τραπέζι – του αγαπημένου τους- τρίμπαλου μπιλιάρδου.

Ένα παιχνίδι όπου νικητής αναδεικνύεται ο παίκτης που θα καταφέρει τις περισσότερες καραμπόλες με τις 3 μπάλες του τραπεζιού.  Κάπως έτσι εξάλλου, δεν έχουμε γράψει την ιστορία μας οι άνθρωποι, ως μια σειρά από αλλεπάλληλες καραμπόλες

Σπάζοντας το αραβικό serie

Οι καραμπόλες αρχίζουν το 634 μΧ όταν οι Άραβες ξεκινούν τον ιερό πόλεμο για την εξάπλωση του Ισλάμ στη Μέση Ανατολή. Η επέκταση των κατακτητικών τους πολέμων, τους έφερε 77 χρόνια μετά στην ιβηρική χερσόνησο, όπου με όρους μπιλιάρδου το κορδόνι τους είχε φτάσει μακριά. Μετά την κατάκτηση της σημερινής Ισπανίας, οι Άραβες συνέχισαν τις επιδρομές τους στα εδάφη του βασιλείου των Φράγκων στη σημερινή Γαλλία. Σε μία από αυτές τις επιδρομές των Αράβων, το 732, το serie τους θα κοπεί απότομα καθώς θα νικηθούν αποφασιστικά από τον βασιλιά των Φράγκων, Charles Martel ( παππούς του Καρλομάγνου) στη μάχη του Poitier. Μια πόλη που βρίσκεται 125 χλμ βορειότερα από την πόλη του Cognac. 

 Η νίκη στο Poitier σηματοδότησε τον τερματισμό της αραβικής εξάπλωσης στη Δύση, ενώ από εκείνη τη χρονιά κι έπειτα ο Χριστιανισμός θα ξεκινούσε την αντεπίθεση του. Μετά από 7 αιώνες το χριστιανικό κορδόνι θα μεγάλωνε τόσο, που θα επέφερε την οριστική εκδίωξη  των Αράβων από την Ισπανία το 1492, όμως η ιστορία, όπως ειπώθηκε, λατρεύει τις καραμπόλες. Την εποχή που ο τελευταίος Χαλίφης της Cordoba, εγκατέλειπε τα ευρωπαϊκά εδάφη, μια αραβική συσκευή για την απόσταξη υγρών εισέβαλε αργά στην καρδιά της ευρωπαϊκής ηπείρου. Αυτή ήταν ο Άμβυξ, η αρχαιο-ελληνική ανακάλυψη που εξέλιξαν και εξάπλωσαν οι Άραβες. Με τον Άμβυκα στη Γαλλία μπορούσαν πλέον να αποστάξουν κρασί, προς παραγωγή του Eau-de-vie.

Ολλανδοί αποσταγματοποιοί

Η εμφάνιση του άμβυκα στην Ευρώπη συνέπεσε με την εποχή της θαλλάσιας παντοδυναμίας των Ολλανδών, που με τα μεγάλα τους καράβια  όργωναν τις βόρειες θάλασσες έχοντας αναλάβει εργολαβία το διακομετακομιστικό εμπόριο. Οι Ολλανδοί την εποχή εκείνη αποκόμιζαν σημαντικά κέρδη από την  εμπορία αλατιού και κρασιού από τις ακτές της δυτικής Γαλλίας, με επίκεντρο την πόλη La Rochelle ( 90 χλμ ΒΔ από το Cognac). Η αυξημένη ζήτηση κρασιού στις πόλεις του βορρά είχε ως επακόλουθο-καραμπόλα, την αύξηση της προσφοράς. Έτσι, στη Δυτική Γαλλία άρχισαν να παράγουν κρασί σε μεγάλες ποσότητες. Ωστόσο, επειδή  η ποσότητα δεν συνδέεται με την ποιότητα, τα κρασιά της περιοχής ήταν αδύναμα και συχνά δεν άντεχαν τη θαλάσσια μεταφορά.  Όμως η ανάγκη των Ολλανδών εμπόρων να περιορίσουν τις απώλειες αυτές τους ώθησε στην απόσταξη των υποβαθμισμένων κρασιών. Το απόσταγμα, απαλλαγμένο από τις άσχημες μυρωδιές,  αραιωνόνταν με νερό και σερβιριζόταν στις ταβέρνες ως κρασί.

Η εμπορικη επιτυχία της απόσταξης κρασιού έφερε όμως την ανάγκη για περισσότερο κέρδος και επομένως, οικονομική ανάλυση. Έτσι, οι Ολλανδοί διαπίστωσαν ότι τους συνέφερε περισσότερο να αποστάζουν τα αδύναμα κρασιά στον τόπο παραγωγής τους και κατόπιν να μεταφέρουν το πολύτιμο απόσταγμα, υπολογίζοντας ότι 9 βαρέλια κρασί ισοδυναμούν με ένα βαρέλι αποστάγματος. Με αυτό το σκεπτικό, οι Van der Boogwert και Loo Deyijck ήταν οι πρώτοι που, μεταφέροντας χαλκό από τη Σουηδία επένδυσαν στην κατασκευή αποστακτήρων στην περιοχή του Cognac το 1624. Οι ντόπιοι δεν άργησαν να μάθουν από τους Ολλανδούς την τέχνη του Brandwijn (καμένο κρασί) για να αποστάζουν τα αδύναμα κι αδιάθετα κρασιά που δεν έπιαναν καλή τιμή.

Η διπλή απόσταξη φημολογείται ότι πρωτο-υιοθετήθηκε από έναν Γάλλο αποσταγματοποιό, ο οποίος από καραμπόλα της τύχης ή από αγγελοκρουσία, είδε σε όνειρο τον διάολο να αποστάζει τον ίδιο δις, γιατί με την πρώτη απόσταξη δεν είχε καταφέρει να απομακρύνει την ψυχή του. Αν και που η εφαρμογή της διπλής απόσταξης φαινόταν ιστορικά αναπόφευκτη, αφού με αυτόν τον τρόπο μειωνόταν ακόμα περισσότερο το κόστος μεταφοράς, μιας και συρρικνωνόταν ο όγκος του αποστάγματος.

 

Από αντίστοιχη τύχη θα  προέκυψε και η παλαίωση σε δρύινα βαρέλια, αφού τότε αποτελούσαν το κυρίαρχο σκεύος φύλαξης και μεταφοράς των Eaux-de-vie. Αναμφίβολα, οι έμπειροι έμποροι θα διαπίστωσαν γρήγορα ότι το είδος του ξύλου επηρεάζει την γεύση του αποστάγματος, εξερευνώντας περαιτέρω τις δυνατότητες της ωρίμασης. Μια πρακτική που ακόμα και σήμερα δεν έχει εξαντλήσει τα όρια της δίνοντας την δυνατότητα στους οίκους του Cognac να παράγουν διαφορετικά χαρμάνια.

 

 

Η αγγλική καραμπόλα και ο Martell

Από το 1700 και μετά ο πληθυσμός της Ευρώπης άρχισε να επανακάμπτει  με σταθερό ρυθμό ύστερα από αρκετές δεκαετίες, με την  πληθυσμιακή συγκέντρωση μαζών στα πρώτα μεγάλα αστικά κέντρα του βορρά. Σταδιακά, το κορδόνι των ολιγάριθμων Ολλανδών  θα διακοπτόνταν, και στην κορυφή του θαλάσσιου εμπορίου θα ανέβαινε η νέα εμπορική δύναμη της εποχής, η Αγγλία. Το έθνος των πειρατών που έπιναν ρούμι,  θα ξεκίναγε το δικό της serie και θα εκτόπιζε τους Ολλανδούς από τις θάλασσες του βορρά, άλλες φορές παίρνοντας τους τα συμβόλαια με καλύτερες τιμές και άλλες φορές τα καράβια, με πιο επιθετική εξαγορά χρησιμοποιώντας τα κανόνια τους.

……το αγγλικό serie όμως θα το δούμε στο Β’ μέρος.

 

 

MARTELL VS

Η εισαγωγική  ετικέτα  της Martell στον σύμπαν  του Cognac,  τα eaux-de-vie που έχουν επιλεχθεί έχουν παλαιώσει σε δρύινα βαρέλια για τουλάχιστον 3 χρόνια.  Το Martell VS εκφράζει με ξεκάθαρο τρόπο  τα χαρακτηριστικά της πρώτης ύλης του και της σύντομης παλαίωσης του σε δρυ. Κεχριμπαρένιο  στην όψη, με αρώματα γλυκών φρούτων, εσπεριδοειδών και  λουλουδιών  που συνδυάζονται με νότες καφέ, καραμέλας και κανέλας στη μύτη, ενώ στο στόμα αναδεικνύονται πιο έντονα η γεύση της βανίλιας και του μελιού. Ένα Cognac με απαλή υφή στο στόμα, που διακρίνεται για την ισορροπία ανάμεσα στον φρουτώδη χαρακτήρα και τα μπαχαρώδη αρώματα. 

 

MARTELL VSOP

Το Martell VSOP έχει  μεγαλύτερη διάρκεια παλαίωσης των eaux-de-vie, με το νεότερο εξ αυτών να έχει παλαιώσει σε δρύινα βαρέλια για τουλάχιστον 5 χρόνια. Το Martell VSOP επιδεικνύει την ευεργετική επίδραση της παλαίωσης στο Cognac. Κεχριμπαρένιο χρώμα  στην όψη, με αρώματα γλυκών πυρηνόκαρπων , φλούδας πράσινων φρούτων και εσπεριδοειδών που συνοδεύονται από έντονα μπαχαρώδη χαρακτήρα βανίλιας, σοκολάτας και  γαρύφαλλου. Στο στόμα πλούσιο με έντονα το γλυκό χαρακτήρα της δρυός, όπου τα μπαχαρώδη αρώματα  συνδυάζονται με αυτά των φρούτων και των αποξηραμένων λουλουδιών. Ένα Cognac με πολυπλοκότητα  αρωμάτων τόσο στην μύτη όσο και στο στόμα, με έντονο και μακρύ τελείωμα. Τα έντονα φρουτώδη αρώματα έχουν αρχίσει να παραχωρούν  τον πρώτο ρόλο στα μπαχαρώδη αρώματα της παλαίωσης, χωρίς όμως να υποσκελίζεται η εκφραστικότητα του χαρακτήρα ενός καλοφτιαγμένου Cognac.  

 

Απολαμβάνονται σκέτα  μετά το γεύμα ή σαν long drink με πάγο και σόδα ή tonic water. Ιδανική πρόταση για τους τολμηρούς που τους αρέσουν τα κοκτέηλ, δοκιμάστε τα και  με την κλασσική gangsta συνταγή με χυμό μήλου και σόδα.